ἀναγραφή

ἀναγραφή
-ῆς + N 1 0-0-0-0-1=1 2 Mc 2,13
record, writing

Lust (λαγνεία). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀναγραφή — inscribing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγραφή — η 1. καταγραφή, εγγραφή σε στήλη, κατάλογο κτλ.: Η αναγραφή των ολυμπιονικών άρχισε το 776 π.Χ. 2. καταχώριση, δημοσίευση σε εφημερίδα: Ματαιώθηκε η αναγραφή της είδησης στην εφημερίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγραφή — Κατάλογος των νικητών στους Πανελλήνιους αγώνες της αρχαιότητας, ιδιαίτερα στην Ολυμπία και τουςΔελφούς.Αρχικά τα ονόματα των νικητών χαράσσονταν σε στήλες, αλλά οι κατάλογοι αυτοί δενήταν πλήρεις και γι’ αυτό κατά τον 4o αι. π.Χ. έγινε η πρώτη α …   Dictionary of Greek

  • ἀναγραφῇ — ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj pass 3rd sg ἀναγραφῆι , ἀναγραφεύς recorder masc dat sg (epic ionic) ἀναγραφή inscribing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγράφῃ — ἀναγράφω engrave and set up publicly pres subj mp 2nd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres ind mp 2nd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγραφῆι — ἀναγραφῇ , ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj pass 3rd sg ἀναγραφεύς recorder masc dat sg (epic ionic) ἀναγραφῇ , ἀναγραφή inscribing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγραφαῖς — ἀναγραφή inscribing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγραφαί — ἀναγραφή inscribing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγραφήν — ἀναγραφή inscribing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγραφῶν — ἀναγραφή inscribing fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • OLYMPIONICAE — qui ludis Olympicis victoriam retulêre, cum Patriae suae ingens hôc pactô decus conciliarent, tantô olim honore habiti sunt, apud Athenienses inprimis vel magnô Reip. suae impendiô ac sumptu, ut lege eum coercendum censuerit Solon, teste Diogene… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”